Πώς προέκυψε ο εναγκαλισμός της Ελλάδας με το Ισραήλ;
Είδαμε τον Έλληνα πρωθυπουργό να σφιχταγκαλιάζεται με τον καταζητούμενο για εγκλήματα πολέμου Νετανιάχου. Μια εντελώς αχρείαστη επίσκεψη χωρίς προφανή ή επείγοντα λόγο.
Η επίσκεψη έγινε για να τονίσει τις εξαιρετικές σχέσεις των δύο κρατών που πολλοί αγνοούν ότι σφυρηλατήθηκε στο ισόγειο ενός κεντρικού ξενοδοχείου των Αθηνών μόλις τον Οκτώβριο του 2009. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή...
Το Ισραήλ δημιουργήθηκε το 1948. Η ελληνική κυβέρνηση όχι μόνο ψήφισε ενάντια στο σχέδιο του ΟΗΕ για διχοτόμηση της Παλαιστίνης, αλλά αρνήθηκε και να αναγνωρίσει επίσημα το Ισραήλ μετά την κατάπαυση του πυρός και ας φιλοξενήθηκαν οι ειρηνευτικές διαβουλεύσεις στην Ρόδο.
Αυτή η στάση μοιάζει για τα σημερινά δεδομένα παράδοξη. Συνέβη λόγω της ανησυχίας της Αθήνας για τις ελληνικές κοινότητες στη Μέση Ανατολή, ειδικά παροικίας της Αιγύπτου.
Μια κατεστραμμένη από τον πόλεμο χώρα δεν θα μπορούσε να αντέξει ένα κύμα προσφύγων από την Ανατολή για δεύτερη φορά μέσα σε λιγότερο από 30 χρόνια.
Επίσης τότε δεν υπήρχε η στενή σχέση Ισραήλ και ΗΠΑ, επομένως οι δεύτερες δεν πίεσαν ιδιαίτερα την Ελλάδα προς αυτή την κατεύθυνση.
Ακόμα το αντικομουνιστικό μετεμφυλιακό κράτος ήταν πολύ επιφυλακτικό προς μια οντότητα στην οποία κυριαρχούσαν άτομα που αυτοπροσδιορίζονταν ως σοσιαλιστές σιωνιστές. Να ληφθεί υπόψη ότι τότε η άποψη ότι το ΚΚΕ ήταν δημιούργημα εβραϊκής συνομωσίας ήταν πολύ διαδεδομένη.
Τέλος, οι σχέσεις με το Ισραήλ ίσως να άνοιγαν τη συζήτηση για την απόδοση των περιουσιών των Εβραίων που χάθηκαν στο Ολοκαύτωμα στους νόμιμους κληρονόμους τους και σίγουρα αυτό δεν ήταν κάτι που επιθυμούσαν οι κρατούντες που συνδέονταν ποικιλοτρόπως με τους δωσίλογους.
Τα επόμενα χρόνια η ψυχρότητα επέμενε μεταξύ άλλων και επειδή το Ισραήλ, προκειμένου να αντιμετωπίσει την αραβική εχθρότητα, είχε προσεταιριστεί τα μη αραβικά κράτη της περιοχής, ήτοι το Ιράν και την Τουρκία. Άλλη μια δικαίωση της λαϊκής σοφίας: «Έχουν οι καιροί γυρίσματα!»
Στην περίοδο της επταετίας έγιναν βήματα που έφεραν τις δύο χώρες πιο κοντά με την αναβάθμιση των διμερών διπλωματικών σχέσεων καθώς πιο υψηλόβαθμοι διπλωμάτες εγκαταστάθηκαν στις δύο πρωτεύουσες με τους επικεφαλής τους όμως να μη φέρουν τον τίτλο του πρέσβη.
Αυτή η εξέλιξη εξηγείται από το ότι το στρατιωτικό καθεστώς της Αθήνας βάσισε σε μεγάλο βαθμό την πολιτική του επιβίωση στον αμερικανικό παράγοντα και από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 είχε αρχίσει να οικοδομείται αυτό που σήμερα αναγνωρίζουμε ως ειδική σχέση ΗΠΑ-Ισραήλ.
Μετά την παλινόρθωση της δημοκρατίας το 1974 το κλίμα κάθε άλλο παρά ευνοούσε τη συνέχιση της πολιτικής προσέγγισης με το Ισραήλ.
Μετά τα γεγονότα της Κύπρου, την αποχώρηση από το στρατιωτικό σκέλος του ΝΑΤΟ, την στοχοπροσήλωση στην ένταξη στην τότε ΕΟΚ και τη σχετική ριζοσπαστικόποιηση της νεολαίας το πάγωμα των σχέσεων με το φιλοδυτικό και φιλοτουρκίκο Ισραήλ έμοιαζε μονόδρομος.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση εντάθηκε με την ανάδειξη στην εξουσία του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου το 1981 που αναβάθμισε άμεσα τις σχέσεις της χώρας με την PLO του Αραφάτ αποδίδοντας μάλιστα στην αντιπροσωπεία της πλήρη διπλωματική αναγνώριση.
Επιπλέον, το 1982 η κυβέρνηση των Αθηνών όχι απλά έστειλε πλοία για να παραλάβει τον Αραφάτ και τους μαχητές του μετά την αποχώρηση τους από τη Βηρυττό, αλλά φρόντισε να τον υποδεχθεί με τιμές αρχηγού κράτους.
Τα επόμενα χρόνια, οι σχέσεις με το Ισραήλ βελτιώθηκαν ως αποτέλεσμα των διεθνών εξελίξεων. Το 1988 η ίδια η PLO είχε προχωρήσει στην αναγνώριση του κράτους του Ισραήλ ενώ το τέλος του ψυχρού πολέμου αναβάθμισε αποφασιστικά το φιλοδυτικό Ισραήλ στη διεθνή σκακιέρα.
Έτσι, όταν η Ελλάδα με πρωθυπουργό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη αναγνώρισε το Ισραήλ το 1990 δεν επήλθε κάποια ιδιαίτερη σύσφιξη των διμερών σχέσεων.
Για τα επόμενα 15 χρόνια Ελλάδα και Ισραήλ προωθούν τη συνεργασία στο περιθώριο των περιφερειακών εξελίξεων και άρα τίποτα το συναρπαστικό δε λαμβάνει χώρα. Τα πράγματα αλλάζουν μετά το 2005 και την σταθεροποίηση του Ερντογάν στην εξουσία.
Ο νέος Τούρκος ηγέτης θα αλλάξει ελαφρά την εξωτερική πολιτική της Τουρκίας υποβαθμίζοντας τις σχέσεις με το Ισραήλ και ανοίγοντας γέφυρες με τους Παλαιστίνιους, ειδικά με τη Χαμάς που κέρδισε τις εκλογές του 2006 και ήταν πολιτικά συγγενής με το ισλαμικό κόμμα του Ερντογάν.
Σε αυτό το ασταθές πολιτικά περιβάλλον και με το φάντασμα της οικονομικής κρίσης να πλανάται πάνω από την Ελλάδα ο νέος πρωθυπουργός της χώρας, που τύγχανε γιος του Ανδρέα Παπανδρέου, αποφασίζει να προχωρήσει σε μια ουσιαστική αναβάθμιση των σχέσεων της χώρας με το Ισραήλ.
Το επίσημο αφήγημα λέει ότι το πολιτικό ειδύλλιο ξεκίνησε από μια «τυχαία» συνάντηση το Φεβρουάριο του 2010 στη Μόσχα. Η αλήθεια φυσικά είναι ότι είχε υπάρξει προσεκτική προεργασία και όχι από πλευράς Ελλάδας.
Ομοίως, στην περίπτωση της Ελλάδας δεν απαιτούσε να αναθεωρηθεί η υποστήριξη των λύσεων των δύο κρατών ή να υποβιβαστεί η διπλωματική αποστολή της Παλαιστίνης στην Αθήνα.
Ο Νετανιάχου ενδιαφερόταν για πιο πρακτικά ζητήματα, όπως η χρήση του εναέριου χώρου της Ελλάδας για ασκήσεις προσομοίωσης της ισραηλινής αεροπορίας σε επιθέσεις σε στόχους σε μεγάλη απόσταση, δηλαδή σαν αυτούς που υπάρχουν στο Ιράν.
Ο Γιώργος Παπανδρέου φέρεται να επηρεάστηκε από τον Νίκο Κοτζιά που ήταν σύμβουλος του και πρόεδρος του ΙΣΤΑΜΕ (Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών – Ανδρέας Παπανδρέου) μέχρι τον Οκτώβριο του 2009.
Μέχρι και το Σεπτέμβρη του 2010, όταν δηλαδή είχε ολοκληρωθεί η το στρατηγικό άνοιγμα με το Ισραήλ, ο Κοτζιάς ήταν κοντά στον Γιώργο Παπανδρέου. Οι σχέσεις των δύο ανδρών έκτοτε πάγωσαν γιατί ο Κοτζιάς δεν επιλέχθηκε για Υπουργός Εξωτερικών.
Αλλά η προσέγγιση Ελλάδας-Ισραήλ έγινε κυρίως επειδή το ήθελε το Τελ Αβίβ και ο Κοτζιάς ήταν χρήσιμος γιατί είχε δίαυλους επικοινωνίας με ανθρώπους του νέου τότε προέδρου της Νέας Δημοκρατίας, Αντώνη Σαμαρά.
Οι Ισραηλινοί δεν κινήθηκαν επιπόλαια. Όπως έχει δείξει το παράδειγμά των ΗΠΑ μια διακρατική συμμαχία αντέχει στο χρόνο μονάχα εφόσον είναι αποδεκτή από το ευρύτερο πολιτικό φάσμα της υποψήφιας χώρας συμμάχου.
Έτσι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο βιβλίο του Αριστοτέλη Τζιαμπίρη, τον Οκτώβριο του 2009 οργανώθηκε μια συνάντηση στο Ξενοδοχείο Electra στην Πλάκα της Αθήνας μεταξύ τριών ατόμων, ενός Ισραηλινού και δύο Ελλήνων.
Ο Ισραηλινός εκπροσωπούσε ανεπίσημα την κυβέρνηση του ενώ οι δύο Έλληνες ήταν συνεργάτες-σύμβουλοι εξωτερικής πολιτικής για το κυβερνόν ΠΑΣΟΚ και την αντιπολιτευόμενη Νέα Δημοκρατία αντίστοιχα.
Στη συνάντηση τέθηκαν οι άξονες για την μια μακροπρόθεσμη συνεργασία και το θετικό κλίμα που επικράτησε οδήγησε στη «τυχαία» συνάντηση στο καφέ Πούσκιν της Μόσχας.
Ο Νετανιάχου δεν είχε κανένα πρόβλημα που απέναντι του είχε το γιο κάποιου που είχε «υποθάλψει» τον «τρομοκράτη» Αραφάτ καθώς ήξερε ότι μεσοπρόθεσμα θα ήταν σε θέση να εξασφαλίσει υπηρεσίες και εξυπηρετήσεις από την Ελλάδα που πριν ήταν αδιανόητες.
Στα τέλη Μαΐου του 2010 διοργανώνονται κοινά στρατιωτικά γυμνάσια που ακυρώνονται μετά τη διεθνή κατακραυγή για το αιματηρό ρεσάλτο των Ισραηλινών στο στολίσκο που επιχείρησε να σπάσει τον εμπορικό αποκλεισμό της Γάζας.
Η ενέργεια της Ελλάδας αποδείχτηκε συγκυριακή και το καλοκαίρι πραγματοποιήθηκαν αμοιβαίες επισκέψεις Παπανδρέου και Νετανιάχου σε Τελ Αβίβ και Αθήνα αντίστοιχα. Να σημειωθεί πως μέχρι τότε δεν είχαν γίνει ποτέ τέτοιες συναντήσεις σε επίπεδο ηγετών των δύο χωρών.
Στην Ελλάδα το πολιτικό σκηνικό παρέμενε ρευστό και όταν έγινε σαφής η πολιτική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ δόθηκε ιδιαίτερη φροντίδα ώστε ο Τσίπρας να συναντηθεί με τον βετεράνο Ισραηλινό πολιτικό Σιμόν Πέρες όταν αυτός επισκέφτηκε την Αθήνα το 2012.
Για κάποιο λόγο ο Πέρες δεν έδειξε να δυσφορεί που θα συναντούσε κάποιον του οποίου οι κομματικοί σύντροφοι είχαν λάβει μέρος στο σπάσιμο του ναυτικού αποκλεισμού της Γάζας.
Στο βαθμό που οι διεθνείς σχέσεις αναπτύσσονται όταν είναι αμοιβαία επωφελείς, έχει σημασία να δούμε τι έχει κερδίσει η Ελλάδα από αυτή την προσέγγιση τα τελευταία 15 χρόνια.
Στο βαθμό που οι διεθνείς σχέσεις αναπτύσσονται όταν είναι αμοιβαία επωφελείς, έχει σημασία να δούμε τι έχει κερδίσει η Ελλάδα από αυτή την προσέγγιση τα τελευταία 15 χρόνια, πέρα από θεαματικές κυβιστήσεις!
Το 2010 το να ήταν κάποιος καλόπιστος σε σχέση με την προοπτική μετατροπής της χώρας σε ενεργειακό κόμβο δικαιολογείται, σήμερα μετά το πέρας 15 ετών η επανάληψη των ίδιων εξαγγελιών όφειλαν να ακούγονται σαν ανέκδοτο.
Αν μη τι άλλο στις διεθνείς σχέσεις 15 χρόνια είναι αρκετά για να αποδώσουν απτά αποτελέσματα σε στρατηγικές συμμαχίες. Δείτε φερ’ ειπείν τη συνεννόηση Ιταλών Γερμανών μετά την άνοδο του Χίτλερ το 1933 και πως σε 6 χρόνια δημιουργήθηκε ο Άξονας.
Αλλά ας δούμε τι έγινε στην Ελλάδα. Όπως έγραφε ο Μπαράκ Ραβίντ στη Haaretz ο Παπανδρέου συζήταγε επίμονα με το Νετανιάχου τη δεινή οικονομική θέση της χώρας. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός δεν είχε πρόβλημα να πει μερικά καλά λόγια στους Ευρωπαίους συνομιλητές τους αλλά όπως όλοι ξέρουμε δεν χρησιμοποίησε τη μεγάλη επιρροή που διέθετε διεθνώς υπέρ ημών και έτσι βλέπαμε το ένα μνημόνια να περνά μετά το άλλο.
Για το ανέκδοτο του ενεργειακού τομέα δεν χρειάζεται να ειπωθεί κάτι περαιτέρω. Από την άλλη το διμερές εμπόριο ήταν 412 εκ. $ το 2010 ενώ το 2017 610 εκ. $ δηλαδή μια μικρή αύξηση που δεν άλλαξε σε τίποτα την σκληρή μας καθημερινότητα.
Η Ελλάδα από την σύσφιξη των σχέσεων με το Ισραήλ είχε ένα μονάχα κέρδος, την διοχέτευση τουρισμού. Το 2010 οι τουρίστες από το Ισραήλ ήταν 150.000 ενώ το 2019 υπολογίζονταν σε 700.000.
Όμως για την Ελλάδα που, έτσι και αλλιώς είναι δημοφιλής τουριστικός προορισμός και τα τελευταία χρόνια έχει σταθερά πάνω από 30 εκατ. τουρίστες το χρόνο, οι τουρίστες από το Ισραήλ δεν είναι game changer factor.
Στον αντίποδα η Ελλάδα παρέδωσε πολλά και μάλλον χωρίς ανταλλάγματα. Πέρα από την προσφορά χώρου για να ασκηθεί η αεροπορία του Ισραήλ, όταν ο Νετανιάχου υπεράσπιζε ανέξοδα την Ελλάδα στην Τρόικα, ο Παπανδρέου έστελνε το λιμενικό να εμποδίζει τον απόπλου πλοιαρίων για Γάζα.
Τέλος, είδαμε την εξυπηρέτηση στο χώρο των παρακολουθήσεων. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το predator παραχωρήθηκε άτυπα από το Ισραήλ και μάλλον ότι λαβράκι έβγαλαν. Οι εγχώριες υπηρεσίες είναι σε γνώση των ισραηλινών και άρα ενδεχομένους καθιστά εκβιάσιμους από το Ισραήλ Έλληνες αξιωματούχους και πολιτικούς.
Ο αριθμός όσων κατέχουν δημόσιο αξίωμα και βήμα που μιλούν ανοιχτά κατά της γενοκτονίας είναι απελπιστικά μικρός. Η αντίθεση με ότι συνέβαινε το 2009 και το 2006, όταν δηλαδή το Ισραήλ διεξήγαγε μικρούς, σε σχέση με τώρα, πολέμους σε Γάζα και Λίβανο είναι τρομακτική.
Είναι χαρακτηριστικό πως το 2006 ο απεσταλμένος του MEGA στο Λίβανο Γιάννης Κανελλάκης ξεκίναγε τις ανταποκρίσεις με την επωδό «οι δολοφονικές βόμβες του Ισραήλ… ».
Ομολογώ πως τότε μου φαινόταν ότι άγγιζε τα όρια της γραφικότητας αλλά μάλλον υποτιμούσα τις εικόνες που αντίκριζε καθώς και την ακεραιότητα του.
Σήμερα όχι απλά υπάρχει διστακτικότητα, για παράδειγμα, δημοσιογράφων να μιλήσουν επικριτικά για τη σφαγή των συναδέλφων τους στη Γάζα, αλλά και εκείνες οι ανταποκρίσεις έχουν πρακτικά εξαφανιστεί από το διαδίκτυο.
Και είναι αυτή ακριβώς η φύση του δημόσιου διαλόγου που πέρα από εξοργιστικούς τίτλους σε έγκριτα μέσα έχουμε δει ένα στρατό από τρολ να αναπαράγουν ισραηλινή φτηνή προπαγάνδα που μπορεί να μην αντέχει σε καμία σοβαρή κριτική, αλλά εξυπηρετεί το γνωστό αξίωμα του Γκαίμπελς.
Και το ερώτημα που αναπόδραστα προκύπτει είναι αν για αυτό το εμπόριο φυκιών για μεταξωτές κορδέλες άξιζε η χώρα μας να βρεθεί στο ίδιο κάδρο με το κράτος που διεξάγει το μεγαλύτερο έγκλημα του 21ου αιώνα…
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου